Πέμπτη, 20 Φεβρουαρίου 2014

Τί προτιμᾶμε, ἄθεους στὸ Ὅρος ἢ θεομπαῖχτες στὸ ἱερό;

π. Ἰωάννης Ρωμανίδης: "Γιὰ τὴν Ἐκκλησία εἴτε ὁ ἄθεος μαρξισμὸς εἴτε ἡ δεξιὰ μασωνία εἶναι τὸ ἴδιο πράγμα"

Γράφει ὁ Σωτήρης Μητραλέξης
Ὁ Ἀλέξης Τσίπρας (γιὰ τὸν ὁποῖον ὁ γράφων δὲν τρέφει ἰδιαίτερη πολιτικὴ συμπάθεια: κάθε ἄλλο) εἶναι πρόεδρος τῆς ἀξιωματικῆς ἀντιπολιτεύσεως τῆς χώρας, κάτι ποὺ καθ’ αὐτὸ συνιστᾶ θεσμό. Ὡς ἐκ τῆς θέσεως τοῦ ἀρχηγοῦ τῆς ἀξιωματικῆς ἀντιπολιτεύσεως, εἶναι ἐφικτὸ καὶ πιθανὸ νὰ ἐκλεγεῖ (ὀψέποτε) πρωθυπουργὸς τῆς χώρας. Τμῆμα τοῦ ἑλληνικοῦ κράτους, καὶ δὴ αὐτοδιοίκητο, μὲ ἰδιαίτερο καθεστώς, εἶναι τὸ Ἅγιον Ὅρος. Ἀδιανόητό το νὰ μὴν τὸ ἔχει ἐπισκεφθεῖ ἕνας πιθανὸς μελλοντικὸς πρωθυπουργός, νὰ μὴν γνωρίζει ἀπὸ πρῶτο χέρι τὴν ἰδιαιτερότητά του καὶ τὰ ζητήματα τὰ σχετικὰ μὲ αὐτὴν (μολαταύτα, οὐκ ὀλίγοι ἐπαγγελματίες τῆς εὐσέβειας ἐξελέγησαν πρωθυπουργοὶ τῆς χώρας χωρὶς νὰ τὸ ἔχουν ἐπισκεφθεῖ ποτέ τους). Ἰδίως δὲ ἂν ἔχει δηλώσει ἄθεος, ἂν δὲν ἔχει γαλουχηθεῖ στὴν Ἐκκλησία ποὺ γεννᾶ τὴν μοναστικὴ πολιτεία τοῦ Ὅρους: τότε, ὀφείλει νὰ τὴν ἐπισκεφθεῖ ἔτι περαιτέρω, ὀφείλει νὰ γνωρίζει πρὶν διοικήσει. Ἄρα, ὁ Ἀλέξης Τσίπρας καλῶς πράττει καὶ τὴν ἐπισκέπτεται, καὶ δὴ χωρὶς νὰ ὑποκρίνεται τὸν εὐσεβῆ.


Καίτοι διακηρυγμένος ἄθεος, μὲ εἰλικρίνεια ποὺ ταράσσει τοὺς ἐπικοινωνιολόγους ἐπαγγελματίες τῆς διαστρέβλωσης, δὲν ἑτοιμάζει τὴν ἐπίσκεψή του στὸ Ὅρος μὲ τὸ a contrario τουπὲ τοῦ χριστιανομάχου φοιτητῆ, ἀλλὰ μὲ τὴν νηφαλιότητα τοῦ ἀνθρώπου ποὺ γνωρίζει ὅτι, ἂν ἐκλεγεῖ, θὰ κληθεῖ νὰ διακονήσει καὶ αὐτὴν τὴν πλευρὰ τοῦ βίου καὶ τοὺς κράτους τῶν Ἑλλήνων – καὶ ποὺ ἀποδέχεται αὐτὴν τὴν εὐθύνη χωρὶς νὰ ἀποκρύβει τὴν ἀπουσία σχέσης του μὲ τὴν Ἐκκλησία. Τὸ ἴδιο ἰσχύει καὶ γιὰ τὴν ἔνδειξη σεβασμοῦ τοῦ ὑποψηφίου πρωθυπουργοῦ στὴν πίστη τοῦ λαοῦ μας μὲ τὴν προσωπική, ἀλλὰ διακριτικὴ καὶ σαφῶς ἀποστασιοποιημένη (μὴ λατρευτικὴ) παρουσία σὲ δημόσιες ἐκκλησιαστικὲς ἀκολουθίες ὅπως ὁ σχολικὸς ἁγιασμός. Δηλαδὴ τί θὰ ἐπιθυμοῦσαν ὅσοι ἐγκαλοῦν γιὰ ὑποκρισία, νὰ κάνει ὁ ἑκάστοτε Ἀλέξης Τσίπρας «σκηνὴ» καὶ νά... θρυμματίσει τὸ ματσάκι βασιλικοῦ του ἁγιασμοῦ, φωνάζοντας παράλληλα «δὲν ὑπάρχει Θεός»;

Ἀδυνατῶ νὰ κατανοήσω το μὲ ποιὰ λογικὴ θὰ μποροῦσε νὰ καταγγείλει κάποιος αὐτὴν τὴν στάση ὡς ὑποκριτική, νὰ ὑπονοήσει ὅτι αὐτὴ ἡ ἐπίσκεψη στὸ Ὅρος τοῦ ἀρχηγοῦ τῆς ἀξιωματικῆς ἀντιπολίτευσης δὲν θὰ ἔπρεπε νὰ λάβει χώρα, νὰ βγάλει τὸ «χριστιανόμετρο» γιὰ νὰ κρίνει ἂν πρέπει οἱ πιθανοὶ μελλοντικοὶ πρωθυπουργοὶ τῆς Ἑλλάδος νὰ γνωρίζουν τί ἐστὶ Ἅγιον Ὅρος ἢ ὄχι. Δυσκολεύομαι ἀκόμα περισσότερο, ὅταν συνειδητοποιῶ ὅτι δίπλα στὴν εἰλικρινῶς διακηρυγμένη ἀθεΐα τοῦ κ. Τσίπρα στέκεται ἐνίοτε ἡ θεομπαιξία τῶν «εὐσεβῶν» πολιτικάντηδων – καὶ ἡ σύγκριση τιμᾶ τὸν εἰλικρινῆ ἄθεο, ὄχι τὸν θεομπαίχτη «εὐσεβῆ».

Ὁποιοσδήποτε πολίτης ἔχει ἔστω καὶ μίαν ἐντελῶς ἐπιφανειακὴ σχέση μὲ τὸν πολιτικὸ κόσμο, γνωρίζει καλὰ ὅτι ἡ πλειοψηφία τῶν πολιτικῶν ἀνδρῶν καὶ γυναικών, ἰδίως δὲ στὸν συντηρητικὸ/κεντροδεξιὸ χῶρο, ἔχουν εἴτε μίαν ἐπιφανειακὴ (δηλαδὴ ψευδῆ) εἴτε μίαν ἀνύπαρκτη σχέση μὲ τὴν ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας. Οἱ περισσότεροι δέ, ἂν τοὺς ρωτήσεις ἰδιωτικῶς, ἀραδιάζουν ἀμπελοφιλοσοφικοὺς μονολόγους σχολικοῦ διαλείμματος συνοικιακοῦ γυμνασίου-λυκείου γιὰ τὸ θέμα τῆς πίστης, μὲ ἀπρόσωπες «ἀνώτερες δυνάμεις» καὶ τὰ τοιαῦτα τῆς ἀποκοπῆς ἀπὸ τὸ ἐκκλησιαστικὸ σῶμα. Κανένα πρόβλημα μὲ ὅλα αὐτά! Τὸ πρόβλημα προκύπτει ὅταν ὅλοι αὐτοὶ ἐμφανίζονται ὡς πρωταθλητὲς τῆς εὐσέβειας, μὲ κεριά, λιβάνια, ἐπιταφίους, κεφαλοκλειδώματα μὲ μητροπολίτες, τάματα καὶ προσκυνήματα.

Τὸ «Χριστιανόμετρο» στὸν δημόσιο βίο μπορεῖ νὰ ἔχει μόνο πολιτικαντικῶς ἐκλογικὴ χρήση (δηλαδή, γιὰ τοὺς ἐν Ἐκκλησία, χυδαία χρήση), ἀποκλείεται νὰ ἀφορᾶ τὴν ζωὴ τῆς ἐνορίας, τῆς ἐπισκοπῆς, τοῦ μοναστηριοῦ. Ἡ συνειδητὴ ἀθεΐα εἶναι αὐτὸ ποὺ εἶναι, μὲ τὴν εἰλικρίνεια τῆς σαφήνειας, ἐνῶ οἱ πανηγυρικὲς ὁμολογίες πίστεως δημοσίων ἀνδρῶν ἐνέχουν συχνά το ἐνδεχόμενο τῆς θεομπαιξίας, τοῦ διασυρμοῦ τῶν πιὸ πολύτιμων ἐλπίδων μας στὸ παζάρι τῆς φτήνιας. Ἡ ἀθεΐα τοῦ ἀθέου εἶναι εἰλικρινής, ξεκαθαρίζει τὰ πράγματα, μὰ ἡ ἀθεΐα τοῦ ἀνειλικρινῆ θεομπαίχτη εἶναι πάντοτε χυδαία καὶ ἐνίοτε ἐπικίνδυνη. Κάποτε δέ το... ἰδεολογικοποιοῦν κιόλας: μαρτυροῦν ἰδιωτικῶς (ἢ καὶ γράφουν δημοσίως: ἔχει συμβεῖ!) ἀναίσχυντα ὅτι παίζουν τὸν εὐσεβῆ στὶς κάμερες, διότι «ἡ ὀρθοδοξία εἶναι κομμάτι τῆς ἐθνικῆς ταυτότητας»: δηλαδὴ ἡ σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου καὶ ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ εἶναι ἕνα δεκανίκι τῆς κρατικῆς ἰδεολογίας, ἕνα στήριγμα τῆς καλῆς διακυβέρνησης πρὸς χρῆσιν καὶ ἄγραν, ἄρα κι ἐμεῖς παίζουμε τοὺς χριστιανοὺς γιὰ τὸ πόπολο. Ἄπαγε!

Γράφτηκε: «Πῶς λοιπόν, ὅσοι δὲν πιστεύουν σὲ αὐτά, καὶ ἔχουν ἀπαξιώσει ἄλλα πολλά, θὰ μπορέσουν νὰ ἡγηθοῦν τῆς πατρίδας μας;» Ἄλλοι κι ἄλλοι ποὺ δὲν «πιστεύουν σὲ αὐτὰ» ἡγήθηκαν, μὲ τὴν διαφορὰ ὅτι ἐκεῖνοι μᾶς δούλευαν ψιλὸ γαζί. Σὲ κάποιους αὐτὸ ἀρέσει, ἀπ’ ὅ,τι φαίνεται. Ἄλλοι προτιμοῦμε τὴν εἰλικρίνεια.

Ποιὸς πολίτης εἶναι τόσο ἀφελὴς ὥστε νὰ μὴν ἀντιλαμβάνεται ὅτι ὅταν ὁ μέσος πολιτικὸς σταυροκοπιέται, ἁπλῶς... κοπιὰ γιὰ σταυρούς; Ἰδίως δὲ ὅταν τὸ διαφημίζει;

(Φυσικά, ὑπάρχουν καὶ ἑξαιρέσεις. Οἱ ὁποῖες, διόλου τυχαία, εἶναι πάντοτε διακριτικές: δὲν οὐρλιάζουν τὴν πίστη τους στὶς πέντε κάμερες καὶ τὰ τέσσερα μικρόφωνα.)

Καὶ κάτι ἐπίκαιρο: ὅταν ἕνας πολιτικὸς ἡγέτης τυγχάνει ὄντως συνειδητὸ μέλος τῆς ἐκκλησίας ὅπως ἐπανειλημμένως τονίζει, δὲν ἐνθαρρύνει τὴν δημοσίευση πηχιαίων τίτλων ἐφημερίδων γιὰ τὰ προσκηνύματά του, μέρες πρὶν ἀπὸ αὐτά. Ἐκτὸς ἂν τὰ ἐμπορεύεται ἐκλογικά. Καὶ συνειδητά.

Ἄλλο ὁ Σταυρὸς τοῦ μαρτυρίου, ἄλλοι οἱ σταυροὶ τοῦ ψηφοδελτίου. Σύμφωνα μὲ τὰ εὐαγγέλια, ὁ Χριστὸς δίδαξε, διόρθωσε, θαυματούργησε, θεράπευσε, συμβούλευσε – μόνο ὅμως ἐνάντια στὴν ὑποκρισία καὶ τοὺς ὑποκριτὲς πῆρε στὰ χέρια τοῦ φραγγέλιο καὶ ἄρχισε τὰ φοβερὰ οὐαὶ τοῦ (κάτι ποὺ δὲν θὰ γινόταν ἂν «καταδίκαζε τὴν βία ἀπ’ ὅπου κι ἂν προέρχεται...»). Καιρὸς γιὰ κριτήρια.

*υπ. Δρ. Φιλοσοφίας τῆς Freie Universitat Berlin

koolnews