Σάββατο, 24 Δεκεμβρίου 2016

Τα Χριστούγεννα του Νεοζηλανδού φυγά Σάντυ Τόμας στο Άγιο Όρος το 1941


... Ήταν πρωί της 24ης Δεκεμβρίου του 1941...

Παρόλα αυτά, και παρότι βρισκόμουν στο πιο χριστιανικό, ίσως, μέρος της Γης, υπήρχε μία αντίθεση που παρεμπιπτόντως, δεν με ξένιζε ιδιαίτερα. Στο Άγιο Όρος, δεν θεωρούσαν πως έπρεπε να γιορτάσουν Χριστούγεννα την επόμενη μέρα. Ακολουθούσαν ένα παλαιότερο ημερολόγιο, σαν κι εκείνο της Βίβλου, που είχε αποδειχτεί αρκετά αξιόπιστο για τους προγόνους των μοναχών. Η ημερομηνία τους ήταν πάντα δεκατρείς μέρες πίσω από εκείνη του έξω κόσμου, οπότε είχαν ακόμα να διανύσουν περίπου ένα δεκαπενθήμερο νηστείας πριν γιορτάσουν τη Γέννηση του Χριστού.
Έτρεφα μεγάλες προσδοκίες ότι θα κατάφερνα να περάσω την ερχόμενη νύχτα σε κάποιο άνετο καταφύγιο.
 
Κάποια στιγμή, έφτασα σε μία απ’ τις απότομες κορφές και βρέθηκα αντιμέτωπος με την εκπληκτική θέα του μοναστηριού για το οποίο ορειβατούσα. 

Δεν είχα ξαναδεί ποτέ και πουθενά στη ζωή μου ένα κτήριο που θα μπορούσε να προκαλέσει τόσο δέος, όσο αυτό που κειτόταν μπροστά μου. ...

Ήταν στερεωμένο ακριβώς στο χείλος ενός τριαντάμετρου βράχου, κάτω από τον οποίο το έδαφος υποχωρούσε προς τη θάλασσα, διαγράφοντας συνολικά ένα γκρεμό περίπου τριακοσίων μέτρων. Η πρώτη εντύπωση που μου δημιουργήθηκε ήταν μία τρομερή ανασφάλεια, επειδή έδινε από μακριά την εντύπωση, ότι θα ανατρεπόταν κάτω στα βράχια με το παραμικρό φύσημα του ανέμου. Καθώς κοίταζα τα μεγάλα τείχη που υψώνονταν από πάνω του και είχαν φόντο τα κυματιστά λευκά σύννεφα, σκεφτόμουν το πόσο κοντά ήταν η εικόνα που αντίκρυσα ξαφνικά μπροστά μου, σε σχέση με εκείνη που είχα πλάσει με την παιδική μου φαντασία για τα κάστρα των παραμυθιών. 

***
 
Μεθυσμένος από όλη εκείνη τη μεγαλοπρέπεια, και νιώθοντας αταίριαστος εξαιτίας της ατημέλητης εμφάνισης μου, αποφάσισα να πάω προς τα πίσω, όταν δύο μοναχοί με πλησίασαν από το τέλος του διαδρόμου. Δεν ξαφνιάστηκαν ιδιαίτερα που ανακάλυψαν έναν απρόσκλητο Εγγλέζο αξιωματικό αιφνιδιαστικά στο μοναστήρι τους και, αφού με καλωσόρισαν πολιτισμένα, με οδήγησαν να συναντήσω τον ανώτερο τους. 

Ο Ηγούμενος ήταν μία πολύ γοητευτική προσωπικότητα. Έστειλε να μας φέρουν καφέ και καθίσαμε να τον πιούμε μαζί, σε ένα ξύλινο μπαλκόνι που κρεμόταν επικίνδυνα από τον εξωτερικό τοίχο. Μου εξήγησε, εξαρχής, ότι δεν θα μπορούσε με τίποτα να με φιλοξενήσει στο μοναστήρι τους, για οποιοδήποτε χρονικό διάστημα.

«Οι Γερμανοί μας απαγόρευσαν», μου είπε σοβαρά, «να συνδράμουμε οποιονδήποτε Εγγλέζο φυγά. Ένας Ταγματάρχης της Βέρμαχτ, που ήταν εδώ πριν λίγες μέρες μάς είπε ότι πρέπει να επιλέξουμε, μεταξύ του να συνεχίσουμε την ειρηνική μας αποστολή εδώ, ή του αφανισμού μας. Ο αξιωματικός, μάλιστα, μας απείλησε ότι αν ανακαλύψουν ότι περιφρονούμε τις εντολές τους, θα στείλει απλά ένα βομβαρδιστικό αεροπλάνο να μας γκρεμίσει κάτω στη θάλασσα». 

Κοίταξα, άθελα μου, πάνω απ’ την άκρη του μπαλκονιού προς τα κάτω τους αφρισμένους βράχους της θάλασσας. Δεν ήταν δύσκολο να φανταστεί κανείς τη διαβολική απόλαυση που θα είχε ένας πιλότος Στούκας, απέναντι σε έναν τόσο θεαματικό στόχο.

***

«Δεν μου είναι αδιάφορο», μου απάντησε, «ότι αύριο είναι Χριστούγεννα για εσάς. Γερμανοί ξε-Γερμανοί, δεν μπορώ ν’ αφήσω κανέναν τη μέρα των Χριστουγέννων μόνο του έξω στην ύπαιθρο. Για να μη διακινδυνεύσω το μοναστήρι προσφέροντας σου κάποιο δωμάτιο εντός, θα χαιρόμουν, αν προτιμούσες, να μείνεις εξίσου άνετα απόψε σ’ ένα απ’ τα οικήματα μας που βρίσκονται εκτός Μονής».
Έτσι λοιπόν, βρέθηκα σε ένα μεγάλο πέτρινο κτήριο, σχετικά κοντά στο στενό ικρίωμα που οδηγούσε στο μοναστήρι.

***

Τα Χριστούγεννα του 1941, ξεκίνησαν με διαύγεια και κρύο. Τηρώντας το δικό μου μέρος της συμφωνίας με τον Ηγούμενο της Σιμωνόπετρας, έφυγα λίγο πριν ξημερώσει για ένα άλλο σπίτι, στο οποίο θα μπορούσα να περάσω την ιερή εκείνη μέρα. Μετά από καμιά ώρα περπάτημα, ο ουρανός πάνω από τον Άθωνα, είχε αποκτήσει εκείνο το απαλό ροζ του σολωμού, διαχέοντας τις ελαφρές αποχρώσεις του στους χιονισμένους γκρεμούς και στα σύννεφα που περιτριγύριζαν την κορυφή του. 

Ήταν τόσο όμορφα γύρω μου, που μού κοβόταν η ανάσα. Βγήκα λίγο έξω απ’ την πορεία μου για ν’ ανεβώ σ’ ένα φυσικό βωμό που πήρε το μάτι μου. Εκεί, αφού γονάτισα ταπεινά μπροστά στο ιερό βουνό, άρχισα να σκέφτομαι το νόημα των Χριστουγέννων και οι σκέψεις μου έφτασαν ακαριαίως στο πατρικό μου σπίτι, που βρισκόταν ακριβώς στην άλλη γωνιά της Γης. Εκεί όπου οι γονείς μου θα είχαν ήδη σηκωθεί νωρίς στο αγρόκτημα μας και θα ετοιμάζονταν, για να φτάσουν εγκαίρως στην εκκλησία του χωριού και να μεταλάβουν...

(απόσπασμα από το βιβλίο "Με Τόλμη για την Ελευθερία", Ιστορική Έρευνα, Απόδοση Γιώργου Γ. Σπανού, Εκδόσεις Εν Πλω, 2015 )