Πέμπτη, 19 Απριλίου 2012

Το κύπελλο του Λούη σε ελληνικά χέρια!

Στα πάτρια εδάφη θα παραμείνει τελικά το ασημένιο κύπελλο του Σπύρου Λούη. Το Ιδρυμα «Σταύρος Νιάρχος» είναι από χθες ο νέος ιδιοκτήτης του σπουδαίου ολυμπιακού επάθλου που κατέκτησε ο πρώτος μαραθωνιονίκης των Σύγχρονων Ολυμπιακών Αγώνων, όπως προέκυψε από τη δημοπρασία του οίκου Christie’s στο Λονδίνο.

Ο πλειοδότης κατέβαλε 550.000 ευρώ (χωρίς ωστόσο να διευκρινίζεται αν στο τεράστιο αυτό ποσό συμπεριλαμβάνεται και εκείνο της προμήθειας, που το ανεβάζει ακόμη περισσότερο). Ετσι η αξία του επάθλου εκτοξεύτηκε στα ύψη, ανακηρύσσοντάς το κορυφαίο αντικείμενο της χθεσινής δημοπρασίας.

Το κύπελλο, του οποίου η αρχική τιμή εκτίμησης κυμαινόταν μεταξύ 143.000 και 190.000 ευρώ, ξεπέρασε κατά πολύ τις αρχικές προσδοκίες. Φυσικά, η εξέλιξη αυτή ήταν λίγο ως πολύ αναμενόμενη λόγω της σπουδαιότητας του ολυμπιακού αντικειμένου.

«Θα μοιραστούμε το ασημένιο κύπελλο του Μισέλ Μπρελ με το κοινό και θα λειτουργεί ως τεκμήριο της ιστορίας, της κληρονομιάς και του σθεναρού πνεύματός μας. Ελπίδα μας είναι ότι θα εμπνεύσει και θα αναζωπυρώσει την περηφάνια των Ελλήνων, όπως έγινε και με τη νίκη του Σπύρου Λούη, την τελευταία ημέρα της διοργάνωσης των πρώτων Σύγχρονων Ολυμπιακών Αγώνων» ανέφερε λίγο μετά τη δημοσιοποίηση της αγοράς του κυπέλλου ο πρόεδρος του ιδρύματος και μέλος του διοικητικού συμβουλίου Ανδρέας Κ. Δρακόπουλος.

Το ίδρυμα, σε ανακοίνωσή του λίγη ώρα μετά την απόκτηση του κυπέλλου -που φιλοτέχνησε ο Μισέλ Μπρελ- αποκάλυψε ότι θα είναι ένα εκ των εκθεμάτων του Κέντρου Πολιτισμού του Ιδρύματος «Σταύρος Νιάρχος», μετά την ολοκλήρωση του τελευταίου το 2015, έτσι ώστε να μπορεί ο κόσμος να απολαμβάνει ελεύθερα.

Εως τότε οι άνθρωποι του ιδρύματος θα φροντίσουν να βρουν την κατάλληλη προσωρινή θέση του για το κοινό. Από την πλευρά του ο Δήμος Πειραιά, μια πόλη που αγάπησε ο Σταύρος Νιάρχος και έκανε δημότες της τα παιδιά του, σκοπεύει, σύμφωνα με τον δήμαρχο Βασίλη Μιχαλολιάκο, να «τιμήσει τα μέλη του ιδρύματος για τη γενναία πρωτοβουλία τους που αποτελεί παράδειγμα προς μίμηση».

Στη χθεσινή δημοπρασία έδωσε το «παρών» και αντιπροσωπία του Δήμου Αμαρουσίου. Τον τελευταίο μήνα, άλλωστε, ο δήμος είχε ξεκινήσει μια μεγάλη εκστρατεία ευαισθητοποίησης του κοινού αλλά και των επιχειρήσεων, ζητώντας από όλους να προσφέρουν χρήματα έτσι ώστε το κύπελλο να παραμείνει στην Ελλάδα. Για τον σκοπό αυτό είχε ανοιχτεί τραπεζικός λογαριασμός, τον οποίο είχαν ενισχύσει εκατοντάδες πολίτες. Οπως διευκρίνισε στη «δημοκρατία» ο δήμαρχος Γ. Πατούλης, «το ποσό των 5.000 ευρώ που συγκεντρώθηκε από τους απλούς πολίτες θα διατεθεί σε κοινωφελείς σκοπούς». Παράλληλα, το Ιδρυμα Λάτση είχε υποσχεθεί ότι θα προσφέρει στη δημοπρασία 300.000 ευρώ, σε περίπτωση που χρειαζόταν.

«Το σημαντικό αυτό εθνικό κειμήλιο παραμένει σε ελληνικά χέρια χάρη στη φιλοπατρία και τη γενναιοδωρία του ιδρύματος, το οποίο αποδεικνύει για μια ακόμη φορά τη μεγάλη εθνική του προσφορά. Χάρη στους ανθρώπους του Ιδρύματος “Σταύρος Νιάρχος” αποτράπηκε μια δυσάρεστη εξέλιξη, να περάσει το σημαντικό αυτό εθνικό κειμήλιο σε ξένα χέρια» σχολίασε σε ανακοίνωσή του ο Δήμος Αμαρουσίου.

Στη δημοπρασία Ολυμπιακών αναμνηστικών και συλλεκτικών πόστερ στο Λονδίνο βγήκαν στο σφυρί συνολικά 179 αντικείμενα. Μεταξύ αυτών, εκτός από το περίφημο κύπελλο του Σπύρου Λούη, αφίσες με θέμα τους Ολυμπιακούς αγώνες, πυρσοί καθώς και ένα μετάλλιο του 1896, φιλοτεχνημένο από τον Νικηφόρο Λύτρα, το οποίο πουλήθηκε στο ποσό των 1.373 ευρώ.


Η οδύσσεια ενός κειμηλίου

Το κύπελλο δημοπρατήθηκε κατόπιν απόφασης του εγγονού και συνονόματου του θρυλικού μαραθωνοδρόμου Σπύρου Λούη. Μάλιστα ο συνταξιούχος συντηρητής μηχανικός είχε πολλάκις χτυπήσει την πόρτα της ελληνικής Πολιτείας προκειμένου το εν λόγω ολυμπιακό έπαθλο να περάσει στα χέρια του ελληνικού κράτους και όχι σε κάποιον εύπορο συλλέκτη, ωστόσο λόγω έλλειψης χρημάτων δεν ήταν δυνατό να αγοραστεί. Γι’ αυτό και στη συνέχεια απευθύνθηκε σε παραρτήματα γνωστών οίκων δημοπρασιών.

Σύμφωνα με τον Σπύρο Λούη τον νεότερο, οι λόγοι που τον ώθησαν να βγάλει στο σφυρί την παρακαταθήκη του παππού του ήταν κατά κύριο λόγο οικονομικοί. «Η οικογένειά μου είχε την τιμή να φροντίζει το εν λόγω κύπελλο για 116 χρόνια» είχε δηλώσει ο ίδιος. «Και το κατόρθωμα του παππού μου να κερδίσει τον πρώτο Μαραθώνιο των Σύγχρονων Ολυμπιακών Αγώνων θα παραμείνει αναπόσπαστο κομμάτι της κληρονομιάς μας. Παρ’ όλα αυτά είναι ώρα να κοιτάμε μπροστά και να μην ανατρέχουμε στο παρελθόν. Εχω δύο παιδιά και το πιο σημαντικό πράγμα για εμένα είναι να διασφαλίσω την επιβίωσή τους. Ηταν αδύνατο άλλωστε να κόψω στα δύο το κύπελλο και να τους το δώσω» συνέχισε ο ίδιος.

Χαρακτηριστικό είναι ότι από την πρώτη στιγμή που δημοσιοποιήθηκε η είδηση της πώλησης του κυπέλλου, οι αντιδράσεις ήταν έντονες, ενώ η κινητοποίηση για τη διάσωσή του ήταν μεγάλη. Στη Θεσσαλονίκη το διοικητικό συμβούλιο του Ολυμπιακού Μουσείου είχε συγκροτήσει επιτροπή διεκδίκησης του εθνικού κειμηλίου. Μέχρι και λίγες ημέρες πριν από την ημερομηνία της δημοπρασίας ο δήμαρχος Αμαρουσίου Γιώργος Πατούλης είχε προχωρήσει σε εξώδικη διαμαρτυρία προς το ΥΠΠΟΤ, ζητώντας να προχωρήσει σε κατεπείγουσα ανάκληση της απόφασης, σύμφωνα με την οποία το κύπελλο θα έπρεπε να έχει χαρακτηριστεί εθνικό κειμήλιο, έτσι ώστε να αποσυρθεί από τη δημοπρασία.