Δευτέρα, 13 Φεβρουαρίου 2012

Περί Δικαιοσύνης...

Βασίλειος Κόκκινος, Επίτιμος Πρόεδρος του Αρείου Πάγου

Στον ορυμαγδό των πληροφοριών για τη νέα δανειακή σύμβαση και τα δραματικά μέτρα που αυτή συνεπάγεται, δύο ενδιαφέροντα γεγονότα έγιναν γνωστά από τον χώρο της Δικαιοσύνης.
1. Με πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστικού Συμβουλίου, και με ψήφους 7 κατά 4, απορρίφθηκε το αίτημα του υπουργού Δικαιοσύνης περί αντικαταστάσεως των δύο Οικονομικών Εισαγγελέων κ.κ. Γρηγορίου Πεπόνη και Σπύρου Μουζακίτη.
Οι Εισαγγελείς αυτοί, όπως είναι γνωστό,
είχαν την ευσυνειδησία και το σθένος να απευθύνουν προς τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου έγγραφο με στοιχεία που περιήλθαν εις αυτούς κατά τη διεξαγωγή νομίμου προανακρίσεως, έχοντες τη γνώμη ότι προκύπτουν ενδίξεις ποινικής ευθύνης του πρώην πρωθυπουργού Γ. Παπανδρέου και του πρώην υπουργού Οικονομικών κ. Γ. Παπακωνσταντίνου, για παραποίηση του ελλείμματος του 2009, προκειμένου η Βουλή να αποφασίσει, σύμφωνα με το Σύνταγμα, τη σύσταση Προανακριτικής Επιτροπής.
Ο υπουργός Δικαιοσύνης ζήτησε την αντικατάστασή τους, διότι είχαν δηλώσει, ότι «δεν δέχονται να είναι Εισαγγελείς υπό απαγόρευση ή καθ’ υπαγόρευση», χωρίς να εξηγήσουν ποίοι προσπάθησαν να τους επηρεάσουν κατά την άσκηση των καθηκόντων τους. Όμως αυτά που είχαν αποκαλυφθεί ήσαν αρκετά για να δικαιολογήσουν την έκφραση αυτή των δύο Εισαγγελέων.
Διότι ο ίδιος ο υπουργός Δικαιοσύνης, σε σχετική ανακοίνωσή του, είχε ομολογήσει, ότι δέχθηκε σε ακρόαση τους Εισαγγελείς αυτούς και τους συνέστησε να επισπεύσουν τη σχετική δικογραφία, χωρίς να εξηγήσει, εάν οι ίδιοι προσήλθαν στο γραφείο του αυτοβούλως ή τους εκάλεσε προς αυτό. Παραδέχθηκε επίσης ότι την ίδια σύσταση προς αυτούς είχαν κάνει και δύο ανώτεροι τούτων Εισαγγελικοί Λειτουργοοί, προφανώς κατόπιν υπουργικής παρακλήσεως ή υποδείξεως.
Αλλά αυτό και μόνο δικαιολογεί την αντίδραση των ως άνω Εισαγγελέων.
Διότι η σύσταση προς επιτάχυνση μιας δικογραφίας, τόσο σημαντικής από απόψεως συνεπειών και πολιτικής ευθύνης, δεν μπορεί να έχει την έννοια της εις βάθος αντικειμενικής ερεύνης της δικογραφίας, αλλά μόνο της ταχείας περαιώσεώς της, ήτοι την έννοια του «κουκουλώματος», όπως λέει ο Λαός και όπως εννοεί τη σύσταση αυτή ο μέσος κοινωνικός άνθρωπος.
Η ως άνω απόφαση του Ανωτάτου Δικαστικού Συμβουλίου δίδει το μέτρο της ανεξαρτησίας και του δικαστικού σθένους της πλειοψηφίας των μελών του, που απέρριψε το αίτημα του υπουργού, απειλώντας μάλιστα και με άσκηση πειθαρχικής διώξεως τους εισαγγελικούς λειτουργούς, οι οποίοι απετόλμησαν να ασκήσουν το καθήκον τους ευσυνειδήτως.
Είναι παρήγορο το γεγονός, ότι παρά τις προσπάθειες των κυβερνώντων σοσιαλ-αυταρχικών πολιτικών, προς καθυπόταξη της Δικαιοσύνης, η πλειονότης των Δικαστών ίσταται επί των επάλξεων και των παραδόσεων του Δικαστικού Σώματος με απτόητο σθένος και ήθος.
Το γεγονός, ότι μια μικρά πλειοψηφία ασυνειδήτων ή επιπολαίων Δικαστών, κατά την άσκηση των καθηκόντων της δεν έχει ως προέχον κριτήριο την ορθή απονομή του Δικαίουι, αλλά την, κατά τον ευκολότερο τρόπο, περαίωση των δικογραφιών και μόνον, δεν εξουδετερώνει την αξία του έργου εκείνων που μάχονται και μοχθούν για την απονομή του Δικαίου.
Αυτοί δε είναι –ελπίζω– και οι περισσότεροι.
Πάντως χρέος των επιθεωρητών είναι να αναζητήσουν και εντοπίσουν τους πρώτους, οι οποίοι με την υπηρεσιακή συμπεριφορά τους απελπίζουν τους πολίτες και συγχρόνως πλήττουν το κύρος της Δικαιοσύνης και βλάπτουν τους ευσυνειδήτους συναδέλφους τους.
Δεν είναι νοητό, για παράδειγμα, μια πρόεδρος Πρωτοδικών του πρώτου Δικαστηρίου της χώρας να δικάζει 36 αιτήματα εκδόσεως προσωρινής διαταγής, να έρχεται στο γραφείο της καθυστερημένη επί 40 λεπτά, να αργεί στη συνέχεια κατά την εκδίκαση των υποθέσεων 2 ώρες, μετά την πάροδο του ωραρίου της Γραμματείας, να μη μεριμνά για την ύπαρξη Γραμματείας, προς σύνταξη των αναγκαίων εγγράφων, και στη συνέχεια να θέτει σε όλες τις αιτήσεις –πλην μιας– τη σφραγιδούλα με τη λέξη «απορρίπτει» και να φεύγει ήσυχη! Εβδομήντα δικηγόροι και άλλοι τόσοι διάδικοι και μάρτυρες περίμεναν ματαίως επί 6 ώρες.
Προς τι να υπάρχει διαδικασία εκδόσεως διαταγής επί ασφαλιστικών μέτρων, όταν ορίζονται δικαστές μη έχοντες επίγνωση των καθηκόντων τους και στοιχειώδη συναίσθηση της ευθύνης τους έναντι των πολιτών; Σε αυτές τις περιπτώσεις ευθύνη έχει και ο προϊστάμενος του Πολυμελούς Δικαστηρίου, διότι ορίζει δικαστές ήσσονος ευσυνειδησίας και επιγνώσεως του καθήκοντος.
2. Η Ανακρίτρια επί της υποθέσεως του Βατοπαιδίου απέρριψε την αίτηση αποφυλακίσεως του καθηγουμένου της Ιεράς Μονής Βατοπαιδίου Γέροντος Εφραίμ, εμμένουσα προφανώς στην αρχική της κρίση, πως είναι ύποπτος διαπράξεως και άλλων αξιοποίνων πράξεων.
Η ποινικοποίηση του δικαιώματος της διεκδικήσεως μιας αξιώσεως είναι πρωτοφανής. Πολύ περισσότερο δε και το συμπέρασμα ότι τα όργανα του κράτους που απεφάσισαν αρμοδίως (μέλη του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους και υπουργοί), παρασύρθηκαν τάχα από την πειθώ του Γέροντος Εφραίμ.
Όταν μάλιστα το συμπέρασμα αυτό δεν στηρίζεται σε κανένα έγγραφο ή εμμάρτυρο στοιχείο –αφού ουδένα των ως άνω οργάνων παρεδέχθη ή ισχυρίσθηκε ότι επείσθη από όσα είπε ο καθηγούμενος της Μονής Βατοπαιδίου– αλλά είναι εντελώς αυθαίρετο και παράνομο. Ως εκ τούτου δε, δεν μπορεί να αποτελέσει βάση κρίσεως ανεπηρεάστου δικαστικής συνειδήσεως.
Οι πολίτες που δεν είναι επηρεασμένοι από πολιτικές προκαταλήψεις, ανατρεπτικές κοσμοθεωρίες και προσωπικές αυθαίρετες θέσεις, απογοητεύονται και θλίβονται, όταν η Δικαιοσύνη συμπεριφέρεται με τόση σκληρότητα προς έναν Καθηγούμενο, προερχόμενο εκ Κύπρου.
Διότι η Εκκλησία της Κύπρου επιτρέπεται να αναπτύσσει οικονομική δραστηριότητα προς εκπλήρωση των σκοπών της, χωρίς να επικρίνεται από την κυπριακή κοινωνία. Αντιθέτως, στην Ελλάδα κυριαρχεί διαφορετική αντίληψη.