Τετάρτη, 28 Ιανουαρίου 2015

Η. Λιβάνης: «Να μην κουνάει η Γερμανία το δάκτυλο, όταν μας οφείλει ακόμη τις πολεμικές επανορθώσεις»

«Θεωρώ ότι είναι ντροπή να μας κουνούν το δάχτυλο, να ζητούν την τιμωρία μας για την υποτιθέμενη οικονομική «ασωτία» μας ή να μας καλούν να «τιμήσουμε την υπογραφή μας»,κράτη που δεν τηρούν τις δικές τους υποχρεώσεις, παραβιάζοντας ανενδοίαστα το διεθνές δίκαιο»,τονίζει σε συνέντευξή του στο ΑΠΕ-ΜΠΕ ο εκδότης Ηλίας Λιβάνης, υποψήφιος βουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ στη Β΄ Αθήνας...
 «Με την ευκαιρία αυτή, θα ήθελα να υπενθυμίσω ότι ο Ανδρέας Παπανδρέου ήταν ο πρώτος που μίλησε για το ζήτημα των Γερμανικών οφειλών στη χώρα μας στα μέσα της δεκαετίας του 1960 όσο και το 1995, ο Μανώλης Γλέζος το αναδεικνύει συνεχώς, ενώ ο Αλέξης Τσίπρας είναι ο μόνος πολιτικός αρχηγός που το έχει θέσει απευθείας στον κ. Σόιμπλε», είπε.

Ο κ. Λιβάνης ερωτηθείς πώς και γιατί ο γιος του Αντώνη Λιβάνη, του πιο στενού συνεργάτη του Ανδρέα Παπανδρέου, είναι υποψήφιος με τον ΣΥΡΙΖΑ, τονίζει:

«Είναι γνωστές οι προσωπικές και οικογενειακές μου σχέσεις με το ΠΑΣΟΚ και την οικογένεια Παπανδρέου. Δεν απολογούμαι για αυτές, άλλοι πρέπει να απολογηθούν για το γεγονός ότι μετέτρεψαν ένα δημοκρατικό, σοσιαλιστικό και πατριωτικό κίνημα σε εντολοδόχο ξένων κέντρων αποφάσεων. Από την πρώτη στιγμή που άρχισε η υλοποίηση των μνημονιακών πολιτικών, πήρα μια ξεκάθαρη στάση και αντιτάχθηκα σε αυτές με τα μέσα που είχα στη διάθεσή μου: το περιοδικό Επίκαιρα, αλλά και τον Εκδοτικό Οργανισμό Λιβάνη. Δυστυχώς, η απόφασή μου να εναντιωθώ στις πολιτικές του μνημονίου δικαιώθηκε απόλυτα».

H συνέντευξη του εκδότη Ηλία Λιβάνη, υποψήφιου βουλευτή του ΣΥΡΙΖΑ στη Β΄ Αθήνας στο ΑΠΕ-ΜΠΕ έχει ως εξής:

Κύριε Λιβάνη, παρ' όλο που φαντάζομαι ότι θα σας έχουν ήδη ρωτήσει πολλοί συνάδελφοι, είμαι υποχρεωμένος να το κάνω και εγώ: γιατί ο γιος του Αντώνη Λιβάνη, του πιο στενού συνεργάτη του Ανδρέα Παπανδρέου, είναι υποψήφιος με τον ΣΥΡΙΖΑ;

Είναι γνωστές οι προσωπικές και οικογενειακές μου σχέσεις με το ΠΑΣΟΚ και την οικογένεια Παπανδρέου. Δεν απολογούμαι για αυτές, άλλοι πρέπει να απολογηθούν για το γεγονός ότι μετέτρεψαν ένα δημοκρατικό, σοσιαλιστικό και πατριωτικό κίνημα σε εντολοδόχο ξένων κέντρων αποφάσεων. Από την πρώτη στιγμή που άρχισε η υλοποίηση των μνημονιακών πολιτικών, πήρα μια ξεκάθαρη στάση και αντιτάχθηκα σε αυτές με τα μέσα που είχα στη διάθεσή μου: το περιοδικό Επίκαιρα, αλλά και τον Εκδοτικό Οργανισμό Λιβάνη. Δυστυχώς, η απόφασή μου να εναντιωθώ στις πολιτικές του μνημονίου δικαιώθηκε απόλυτα. Όλοι μας βιώνουμε σήμερα τις επιπτώσεις τους: η αγορά ασφυκτιά, η ανεργία βρίσκεται σε πρωτοφανή επίπεδα, οι πολίτες υπερφορολογούνται, μισθοί και συντάξεις έχουν μειωθεί δραματικά, οι νέοι φεύγουν στο εξωτερικό, η εθνική κυριαρχία έχει περιορισθεί. Και παρά τις ψεύτικες υποσχέσεις των κομμάτων της συγκυβέρνησης, το μέλλον προδιαγράφεται ακόμα πιο ζοφερό. Αρκεί να διαβάσει κανείς το email των Σαμαρά και Χαρδούβελη προς την τρόικα. Πρέπει να βάλουμε ένα τέλος σε αυτή την κατρακύλα.

 Είστε εκδότης, επιχειρηματίας και το ερώτημα είναι τι πρέπει κατά τη γνώμη σας να κάνει μια κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ για να αλλάξει η κατάσταση την οποία βιώνει σήμερα η Ελληνική κοινωνία,αλλά και οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις με τα χιλιάδες λουκέτα; 

Πρώτα απ' όλα, να εφαρμόσει το πρόγραμμα που εξήγγειλε ο Αλέξης Τσίπρας στη Θεσσαλονίκη και προβλέπει μια σειρά από μέτρα για την άμεση αντιμετώπιση της ανθρωπιστικής κρίσης και την επανεκκίνηση της οικονομίας. Ταυτόχρονα, πρέπει να διαπραγματευθεί με τους εταίρους-δανειστές τη διαγραφή του μεγαλύτερου μέρους, ενώ η αποπληρωμή του υπόλοιπου θα πρέπει να γίνει βάσει μιας «ρήτρα ανάπτυξης». Μόνο με αυτό τον τρόπο το δημόσιο χρέος θα γίνει βιώσιμο και η Ελληνική οικονομία θα μπορέσει να μπει στον δρόμο της ανάπτυξης. Οι νεοφιλελεύθερες συνταγές περί δημοσιονομικής πειθαρχίας μέσω της λιτότητας ή περί αύξησης ανταγωνιστικότητας μέσω της μείωσης των μισθών και της απορρύθμισης της αγοράς εργασίας δεν είναι παρά φληναφήματα. Τις εφαρμόζουν εδώ και τέσσερα χρόνια και το μόνο που έχουν καταφέρει είναι να καταστρέψουν την Ελληνική κοινωνία.

Ως εκδότης του περιοδικού Επίκαιρα, έχετε δώσει ιδιαίτερη έμφαση στο ζήτημα των Γερμανικών πολεμικών επανορθώσεων και οφειλών. Πρόσφατα, ο εκπρόσωπος του γερμανικού υπουργείου Οικονομικών Μάρτιν Γιέγκερ δήλωσε ότι «η γερμανική κυβέρνηση δεν βλέπει να υπάρχει καμία βάση για τη διεκδίκηση επανορθώσεων από την πλευρά της Ελλάδας». Τι του απαντάτε;.

Θα τον συμβούλευα να βρει έναν καλό μεταφραστή και να του αναθέσει να μεταφράσει στα γερμανικά τα άρθρα των Επικαίρων και τα βιβλία του Εκδοτικό Οργανισμό Λιβάνη που αποδεικνύουν με νομικά και οικονομικά επιχειρήματα το δίκαιο των Ελληνικών αιτημάτων, αλλά και τεκμηριώνουν ιστορικά και κοινωνικά την ηθική διάσταση του ζητήματος. Θεωρώ ότι είναι ντροπή να μας κουνούν το δάχτυλο, να ζητούν την τιμωρία μας για την υποτιθέμενη οικονομική «ασωτία» μας ή να μας καλούν να «τιμήσουμε την υπογραφή μας» κράτη που δεν τηρούν τις δικές τους υποχρεώσεις παραβιάζοντας ανενδοίαστα το διεθνές δίκαιο. Με την ευκαιρία αυτή, θα ήθελα να υπενθυμίσω ότι ο Ανδρέας Παπανδρέου ήταν ο πρώτος που μίλησε για αυτό το ζήτημα στα μέσα της δεκαετίας του 1960 όσο και το 1995, ο Μανώλης Γλέζος το αναδεικνύει συνεχώς, ενώ ο Αλέξης Τσίπρας είναι ο μόνος πολιτικός αρχηγός που το έχει θέσει απευθείας στον κ. Σόιμπλε.

 Κύριε Λιβάνη ως άνθρωπος του Τύπου θα βλέπετε ότι η χώρα μας βρίσκεται σε μια "γειτονιά" γεμάτη προβλήματα. Το διεθνές περιβάλλον έχει επιδεινωθεί. Τι μπορεί να κάνει μια κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ;

Είναι αλήθεια ότι το γεωπολιτικό περιβάλλον μεταβάλλεται με καταιγιστικούς ρυθμούς. Μια κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ θα πρέπει να έχει ως γνώμονά της την προάσπιση των κυριαρχικών δικαιωμάτων της χώρας. Σε αυτά, συγκαταλέγεται η ανακήρυξη ΑΟΖ και η αξιοποίηση του υποθαλάσσιου πλούτου της, με βάση το Διεθνές Δίκαιο και τη Σύμβαση για το Δίκαιο της Θάλασσας. Επιπλέον, μέσα στο πλαίσιο των διεθνών οργανισμών στους οποίους είναι ενταγμένη, η χώρα μας θα πρέπει να ακολουθήσει μια εξωτερική πολιτική που θα προασπίζει καλύτερα τα εθνικά της συμφέροντα. Για παράδειγμα οι ανώφελες και πρόχειρες πρωτοβουλίες στο ζήτημα της Ουκρανίας δεν εξυπηρέτησαν τα συμφέροντα της χώρας.