Τρίτη, 11 Ιουλίου 2017

Άγνωστη Εμπειρία με τον Όσιο Γέροντα Παΐσιο



Έχοντας γνωρίσει και συναναστραφεί, όσο μου ήταν δυνατό, τον Γέροντα Παΐσιο κατά τα τελευταία τέσσερα χρόνια της επίγειας ζωής του, το καλοκαίρι του 1994 πληροφορήθηκα την κοίμηση του λίγες μέρες αργότερα αφού συνέβη (12η Ιουλίου 1994)˙ ο ίδιος, άλλωστε, είχε αφήσει οδηγίες να μην ανακοινωθεί τίποτα για τουλάχιστον τέσσερις μέρες.

Ήταν γεγονός, ότι από το πρώτο λεπτό της αλησμόνητης και πρωτόγνωρης συνάντησης μαζί του, το 1990, αγκιστρώθηκα πνευματικά επάνω του (όπως κι αμέτρητοι άλλοι) διότι βρήκα ακριβώς αυτό που έψαχνα εναγωνίως. Συνειδητά ή ασυνείδητα, από τα πρώτα εφηβικά μου χρόνια, το Περιβόλι της Παναγίας είχε ήδη απευθύνει με τον τρόπο του το… «έρχου και ίδε», έναντι στις έντονες αναζητήσεις μου. Έκτοτε, βίωσα, πριν και μετά το θάνατο του Οσίου Αυτού, πολλά αξιοθαύμαστα γεγονότα που με ανάθρεψαν εξ αρχής και από τότε με συντηρούν. Γράφω ανώνυμα εδώ, για να μην εξανεμιστεί το όφελος τού αναγνώστη, από τον οποιοδήποτε λογισμό που μπορεί να δημιουργηθεί νομίζοντας ότι αποζητώ την περιαυτολογία ή την αυτοπροβολή.


Είχα γυρίσει από την Αγγλία στις αρχές Ιουλίου του 1994, απ’ όπου σπούδαζα τότε, κι  προγραμματίζαμε με τους κοντινούς μου φίλους, την καθιερωμένη επίσκεψη μας στον Άθωνα. Όταν έμαθα ότι ο Γέροντας δε θα ήταν, πλέον, ποτέ πια εκεί, για πολλές μέρες είχα έντονα το αναπόφευκτο συναίσθημα ενός δυσαναπλήρωτου κενού που αφήνει στη ζωή σου ένας τέτοιος άνθρωπος όταν φεύγει από τον κόσμο. Βασανιζόμουν, μάλιστα, με το ερώτημα «και τώρα τι, και τώρα ποιος;» -το οποίο μου απαντήθηκε αργότερα με θαυμαστό τρόπο. Σκεπτόμουν, ότι έπρεπε οπωσδήποτε να βρω κάποιον σαν κι εκείνον, για να συνεχίσω να έχω μία αυθεντική πνευματική αναφορά κι ένα ζωντανό πρότυπο έμπνευσης, αλλά γνωρίζοντας ότι σαν τον Γέροντα Παΐσιο θα περνούσε σίγουρα πολύς καιρός μέχρι να εμφανισθεί παρόμοιος άνθρωπος που θα είχε τη Χάρη μέσα του σε τέτοιο βαθμό, επικρατούσε μέσα μου ένα είδος χαρμολύπης η οποία, όμως, έτεινε να μεταλλαχθεί μ’ έναν ύπουλο τρόπο σε απελπισία…


Έχοντας αυτή τη διάθεση στο αποκορύφωμα της, μία από ‘κείνες τις μέρες, επέστρεφα από τη δουλειά μου στον Πειραιά. Οδηγώντας στην αρχή της οδού Πειραιώς, σταμάτησα στο πρώτο φανάρι και είδα να πλησιάζει προς το παράθυρο μου, ένας νέος, μέτριος στο ανάστημα, θα έλεγα, αδύνατος, με πυκνά μαύρα, ελαφρώς σγουρά μαλλιά και λεπτό μουστάκι. Θύμιζε να έχει ένα στυλ από παλαιότερες εποχές. Προς στιγμήν, θεώρησα ότι ήταν κάποιος που συχνάζει στα φανάρια και είτε θα πουλάει κάτι, είτε θα ζητάει λεφτά καθαρίζοντας τζάμια ή όχι. Ο συγκεκριμένος, πλησιάζοντας όλο και πιο πολύ και προσποιούμενος ότι θέλει κάτι να μου πει, μ’ ένα νεύμα του με επηρέασε ώστε να κατεβάσω το παράθυρο μου. Πρόσεξα από πιο κοντά τώρα, ότι ο άνθρωπος αυτός είχε μία οικεία φυσιογνωμία, μία ασυνήθιστα χαρμόσυνη έκφραση και εξέπεμπε μία απρόσμενη αισιοδοξία.

Το φανάρι ετοιμαζόταν ν’ ανάψει πράσινο και μέχρι να αναγκαστώ να ξεκινήσω από τα κορναρίσματα, μού απάντησε χαμογελώντας, αφού χωρίς να το πολυσκεφτώ τον ρώτησα, «Από πού έρχεσαι;»

«Ήμουν στο Άγιο Όρος, ξέρεις εκεί που ήταν κι ο Γέροντας Παΐσιος. Όλους τους βοηθάει και δεν αφήνει κανέναν», μου είπε ετοιμόλογα.

«Και… εγώ…τον ήξερα» ψέλλισα με έκπληξη και αυθορμητισμό. «Τώρα όμως εκοιμήθη, το έμαθες;»

«Ναι, αλλά μην ξεχνάς ότι εκείνος τους νοιαζόταν όλους, πόσο μάλλον τώρα...» απάντησε με νόημα. «Γι’ αυτό, μην ανησυχείς αδερφέ μου. Στο καλό!».

Αναγκάστηκα να τον χαιρετήσω γρήγορα φωνάζοντας του ένα «Ευχαριστώ, να ‘σαι καλά» κι έφυγα εντυπωσιασμένος για τ’ ότι έκανα μία τέτοια απρόσμενη συζήτηση με έναν άγνωστο. Σκεπτόμουν, επίσης, ότι αυτό που μόλις είχε συμβεί ήταν ένα μήνυμα ότι άνθρωποι σαν τον Γέροντα Παΐσιο, παρόλο που αφήνουν σωματικώς τον κόσμο, είναι περισσότερο παρόντες μετά το θάνατο τους και το συναισθηματικό κενό που μου είχε δημιουργηθεί, ίσως να ήταν λίγο απερίσκεπτο.

Επίσης, συνειδητοποίησα ότι απ’ τον άγιο εκείνον άνθρωπο τού Θεού, θα βλέπαμε περισσότερα «σημεία και τέρατα» στο μέλλον, απ’ ότι όσο ζούσε, και σιγουρεύτηκα αμέσως ότι θα ερχόταν, αργά ή γρήγορα, η ώρα που θα προσευχόμαστε και θ’ αναφερόμαστε σε ‘κείνον μπροστά σε αγιογραφίες του. Ακόμα, ότι όλοι εμείς που γνωρίσαμε σύγχρονους Αγίους σαν τον Γέροντα Παΐσιο, βρισκόμασταν τώρα με τη σειρά μας στη θέση εκείνων που θαυμάζαμε επειδή συναναστράφηκαν, αιώνες πριν, μεγάλους Αγίους και Μάρτυρες (σημειωτέον ότι ο Γέροντας απολαμβάνει και τα δύο στεφάνια), κι ότι αυτό δεν θα έπρεπε ν’ αποτελέσει ποτέ καύχηση, αλλά ανάξια ευλογία και βαρύ χρέος πνευματικής αξιοποίησης και μετάδοσης αυτών των εμπειριών, με ταπεινότητα και σεβασμό. Δηλαδή, με εκείνη την «πνευματική αρχοντιά» την οποία δίδασκε ο Γέροντας σε όλους με τα έργα του.

Πάντως, η συζήτηση στο φανάρι με την νεανική κι ασυνήθιστα ευφρόσυνη εκείνη μορφή, την οποία παρόλο που αναζητούσα εκεί σχεδόν καθημερινά, δεν ξαναείδα, χαράχθηκε γλυκά και ανεξίτηλα στη μνήμη μου.

* * *


Μετά από λίγα χρόνια, κυκλοφορούσαν ήδη αρκετά βιβλία για τον Γέροντα Παΐσιο. Τα έπαιρνα κι εγώ, φυσικά, για να τα διαβάσω και να απορροφήσω τα περιεχόμενα τους, αν και μερικά απ’ αυτά επαναλάμβαναν ίδια περιστατικά. Ξεφυλλίζοντας, όμως, τις πρώτες σελίδες σε ένα απ’ αυτά, το βλέμμα μου κόλλησε πάνω στη φωτογραφία του νέου που είχα συναντήσει τότε…

Πρόκειται, για μία νεανική φωτογραφία του Γέροντα, που τραβήχτηκε κατά τη διάρκεια, αν θυμάμαι καλά, του εμφυλίου πολέμου και βρισκόταν μέσα σε χιόνια φορώντας στρατιωτική στολή. Δεν μπορούσα να το χωνέψω και την κοιτούσα επίμονα μήπως έκανα κάποιο λάθος, αλλά η νεανική μορφή τού Γέροντα στη φωτογραφία αυτή με το ίδιο κι απαράλλακτο χαρούμενο ύφος του, ήταν ακριβώς η ίδια με του νέου που είχα συναντήσει στο δρόμο, λίγο καιρό μετά την κοίμηση του. Όλα εκείνα τα αξέχαστα χαρακτηριστικά τής φυσιογνωμίας που συνάντησα, που συνομίλησα και που δεν ξέχασα ποτέ, ήταν απόλυτα ταιριαστά, λες και ήταν κλωνοποιημένα με της φωτογραφίας.

Αισθάνθηκα μέσα μου, εκείνη την ώρα, τη βεβαιότητα ότι ήταν ο ίδιος ο Γέροντας και πάλευα να μην ξεχάσω την αναξιότητα μου. Ταυτόχρονα, δεν μου φαινόταν αδύνατο να είχε συμβεί κάτι τέτοιο, αν και δεν μου είχε περάσει ποτέ από το μυαλό ότι μπορεί, μες τη μέση του δρόμου, να είχε παρουσιαστεί «εν ετέρα μορφή», ο ίδιος ο Γέροντας Παΐσιος. (Ούτως ή άλλως, εγώ δεν είχα δει ποτέ κάποια νεανική φωτογραφία του μέχρι τότε, ώστε να μπορέσω να συνταιριάξω άμεσα το γεγονός ότι ο νέος ήταν ο Γέροντας, παρόλο που το πρόσωπο του μου απέδιδε οικειότητα.) Είχα απλά συμπεράνει, ότι ο Θεός, σε μία στιγμή και μία περίοδο που το χρειαζόμουν καθοριστικά, είχε προνοήσει και φώτισε έναν ευσεβή άγνωστο νέο απλά να έρθει και να μου μιλήσει για να παρηγορηθώ από τα λεγόμενα του.

Τα τελευταία είκοσι χρόνια, επειδή κυκλοφόρησαν πολλά βιβλία και δημοσιεύματα, από διάφορες πηγές, πίστευα ότι δεν θα έπρεπε πέραν του στενού και οικογενειακού περιβάλλοντος μου, να γνωστοποιήσω (και) τα δικά μου βιώματα μέχρι, ίσως, να δοθεί η σωστή αφορμή στον σωστό χρόνο. Το περιστατικό αυτό μαζί με όλα τα υπόλοιπα συνολικά, τα έχω εμπιστευτεί σε πνευματικούς ανθρώπους, που γνωρίζουν τα βιογραφικά μου στοιχεία κι επιβεβαίωσαν με το παραπάνω, του λόγου το ασφαλές. Παντού αλλού, όμως, επιθυμώ να μαρτυρώ για τον Γέροντα ως ένας εκ των ελαχίστων ανωνύμων, όπως άλλωστε εννοείται ότι είμαι.

Προσπαθώντας να εξηγήσει κάποιος την παγκόσμια απήχηση κι επιρροή που έχει το όνομα κι η διδασκαλία του Γέροντα, αρκεί να υπολογίσει ότι με πρόχειρες και συγκρατημένες μετρήσεις, από τότε που άρχισε να γίνεται περισσότερο γνωστό το όνομα του μέχρι που εκοιμήθη, δέχθηκε την επίσκεψη εκατοντάδων χιλιάδων διαφορετικών ανθρώπων από την Ελλάδα και τον υπόλοιπο κόσμο. Σχεδόν μισό εκατομμύριο άνθρωποι έχουν βοηθηθεί προσωπικά απ’ τον Όσιο Γέροντα Παΐσιο και κατ’ επέκταση οι οικογένειες τους, έτσι ώστε να μπορούμε να μιλάμε, χωρίς υπερβολή, αλλά με ρεαλισμό, για εκατομμύρια ανθρώπους ωφελημένους απ’ τον Όσιο άνθρωπο τού Θεού, με έμμεσο ή άμεσο τρόπο.

Με αφορμή, λοιπόν, και την φετινή  εορτή του, που συμπίπτει με τόσο κρίσιμες μέρες, που αναγκάζουν ακόμα και τους πιο δύσπιστους (ή ακόμα και κακοπροαίρετους) να κρυφοκοιτάζουν τα λεγόμενα του για να «διαβάσουν» καλύτερα τα σημεία των καιρών, καταθέτω αυτήν την μικρή πνευματική συμβολή προς δόξαν της αγιότητας, που ακόμα και στην πνευματικά ανισόρροπη εποχή μας, ξεχειλίζει γύρω μας διακριτικά.



Δι’ ευχών του.

12 Ιουλίου 2017

Γ.Γ.Σ.